Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ Γράφει ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ Πρέσβυς ε.τ.


ΜΑΖΙ ΜΑΣ Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ



Με χαρά σας ανακοινώνουμε ότι ο Περικλής Νεάρχου, πρέσβης επί τιμή, επιφανής «Φίλος της  Κίνησης»  από την ίδρυσή της, είναι από σήμερα μέλος της Προσωρινής Συμβουλευτικής Επιτροπής του Κινήματος Ανεξάρτητων Πολιτών. 

Για το Γραφείο Τύπου Κίνησης Ανεξάρτητων Πολιτών
Ιωάννα Κολοβού





Αναδημοσιεύουμε άρθρο του Περικλή Νεάρχου από το ΠΑΡΟΝ 23/10/11



Σ' αυτές τις στιγμές που επισκιάζει τη χώρα ο φόβος και η αγωνία για ενδεχόμενη χρεοκοπία και κατάρρευση, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δείξουμε πως αυτό που έγινε δεν ήταν μοιραίο και αναπόφευκτο. Η χώρα, υπό ορισμένες πολιτικές προϋποθέσεις, μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της και να ανοίξει μια νέα προοπτική αναπτύξεως και προόδου.

Τρία είναι τα βασικά αίτια του σημερινού αδιεξόδου. Το πρώτο είναι η πολιτική κακοδαιμονία των τελευταίων δεκαετιών. Με άλλα λόγια, η αχαλίνωτη κομματοκρατία, η διαφθορά προσώπων και θεσμών, η ηθική κρίση, η περαιτέρω παρακμή και αποδυνάμωση ενός κράτους που είχε επείγουσα ανάγκη εκσυγχρονισμού και αξιοκρατίας, η αποτελμάτωση της παιδείας, η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού για ανάπτυξη, ο θρίαμβος της μικροπολιτικής σε όλα τα πεδία.

Το δεύτερο αίτιο είναι η ανεδαφική και μυωπική πολιτική, που δεν αντελήφθη πόσο μεγάλη πρόκληση ήταν για τη χώρα η ένταξη στην Ευρωζώνη και η πολιτική της παγκοσμιοποίησης. Το ανεξέλεγκτο άνοιγμα των συνόρων ανέδειξε στο πολλαπλάσιο τις αδυναμίες της χώρας και οδήγησε σταδιακά στην καταστροφή πολύ μεγάλου μέρους της εθνικής παραγωγής. Εκτόξευσε παραλλήλως, με τις αθρόες εισαγωγές, το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο σε πρωτοφανή ύψη.

Ο αυτοφενακισμός των πολιτικών ηγεσιών, με το ιδεολογικό επιχείρημα ότι η κατάσταση αυτή ήταν δεδομένη και αναπόφευκτη και ότι η μόνη δυνατή πολιτική ήταν η «προσαρμογή», τις έπεισε να καθηλωθούν σε μια απίστευτη παθητική στάση. Οι περιστάσεις απαιτούσαν επειγόντως στοχευμένες πολιτικές, εξειδικευμένες δράσεις και εκσυγχρονισμό και κινητοποίηση του κράτους για να αντισταθμισθούν οι εξωτερικές πιέσεις και να αξιοποιηθούν, αντιστρόφως, οι παρουσιαζόμενες νέες ευκαιρίες.

Αντί όμως να γίνουν αυτά, κυριάρχησε, αντιθέτως, ως άνθος της πολιτικής αυταπάτης, το πνεύμα της υπερακοντίσεως της παγκοσμιοποίησης ως δήθεν «προοδευτικής» πρωτοπορείας! Το έθνος και το εθνικό κράτος αντιμετωπίσθηκαν ως δήθεν παρωχημένες αντιλήψεις και δομές, γιατί έμελλε, κατ' αυτούς, να αντικατασταθούν γρήγορα από τις «πολυπολιτισμικές κοινωνίες» της παγκοσμιοποίησης.

Τα αποτελέσματα ήταν τραγικά. Υπονομεύθηκε εκ των ένδον και από τα πάνω η ίδια η εθνική συνοχή της χώρας, όπως επίσης η ελληνική παιδεία και η εθνική ταυτότητα. Χλευάσθηκε η ελληνική ιστορία και η διαχρονικότητα του Ελληνισμού. Εγκατελείφθη παραλλήλως οποιαδήποτε διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής και εθνικού σχεδιασμού για την ανάπτυξη και το μέλλον της χώρας.

Το τρίτο αίτιο είναι ακριβώς συναφές προς το δεύτερο, γιατί αναφέρεται στη διαχείριση της οικονομικής κρίσεως με το ίδιο πνεύμα της απαξιώσεως του έθνους και της εθνικής στρατηγικής, και της προβολής ως πανάκειας του δόγματος της παγκοσμιοποίησης. Ότι, δηλαδή, η έξοδος από το σημερινό αδιέξοδο και η «σωτηρία» της χώρας θα προέλθουν από την άτεγκτη εφαρμογή ενός ακραίου νεοφιλελεύθερου μοντέλου, που είναι στην καρδιά της παγκοσμιοποίησης. Αυτό το «νέο» αναπτυξιακό μοντέλο, εφόσον δημιουργηθούν προηγουμένως οι απαραίτητες «ανταγωνιστικές» συνθήκες, με όρους παγκοσμιοποίησης, θα προσελκύσει, υποτίθεται, τις ξένες επενδύσεις των μεγάλων πολυεθνικών, που θα φέρουν την ανάπτυξη.




ΟΙ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΝΤΕΛΟΡ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΖΟΜΕΝΗ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Το ποια είναι η αξία και η βασιμότητα τέτοιων απόψεων, φαίνεται πρώτα απ' όλα, από τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους. Ένας πρώτος δείκτης είναι η κλιμάκωση του χρέους. Το 2009 αντιπροσώπευε το 127% του ΑΕΠ. Το 2010 ανήλθε στο 158%. Το 2011 στο 177%. Το 2012 προβλέπεται, σύμφωνα με εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, να ανέλθει στο 185%.

Ένας δεύτερος δείκτης είναι η ύφεση και η παρεπόμενη μείωση του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος.

Η ύφεση αυξάνεται με ρυθμό άνω του 4% ετησίως και καταμετράται ήδη μείωση του εθνικού προϊόντος της χώρας άνω του 10%. Ένας τρίτος δείκτης είναι η αύξηση της ανεργίας. Το 2009 η ανεργία ήταν 9%. Σήμερα έχει ήδη φθάσει το 18% και σε ορισμένες περιφέρειες το 30%. Η ανεργία μεταξύ των νέων φθάνει το 42%.

Απέναντι σ' αυτήν τη δραματική επιδείνωση όλων των δεικτών, η κυβέρνηση προβάλλει ως μεγάλο κατόρθωμα τη σχετική μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, το οποίο αναγορεύει σε καθοριστικό παράγοντα για την αντιμετώπιση της καταστάσεως. Ακόμη όμως και σ' αυτό, το τοπίο είναι ομιχλώδες και αβέβαιο.

Πρώτα απ' όλα, έχουν διατυπωθεί κατηγορίες για ηθελημένο φούσκωμα του ελλείμματος, με χειραγώγηση των στατιστικών στοιχείων μετά την υποτιθέμενη εξυγίανση της Στατιστικής Υπηρεσίας, υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας, και τον τερματισμό της προηγούμενης, αναξιόπιστης πρακτικής.

Κατά δεύτερο λόγο, η συνεχής μείωση των εσόδων ως αποτέλεσμα της υφέσεως θέτει υπό αμφισβήτηση και την επίτευξη των αποτελεσμάτων που είχαν προγραμματισθεί. Ήδη, στην έκθεσή της, η «τρόικα» παραπέμπει στο επόμενο έτος την ελπίδα επιτεύξεως πλεονασματικού προϋπολογισμού.

Πού οδηγεί επομένως η μονοδιάστατη αυτή πολιτική, που εξακολουθεί να αναβάλλει για το μέλλον οποιαδήποτε παράλληλη αναπτυξιακή πολιτική; Προτάσσει, προφανώς, στο πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού, της παγκοσμιοποίησης και του «νέου» αναπτυξιακού μοντέλου, τη δημιουργία των «αναγκαίων συνθηκών», με την κατεδάφιση προηγουμένως κάθε έννοιας εθνικής οικονομίας.

Για το αδιέξοδο και το παράλογο της πολιτικής αυτής αλλά και για την επικρατούσα κατάσταση στην Ευρωζώνη μίλησε προσφάτως, με πολύ αυστηρούς όρους, ένας από τους ιστορικούς προέδρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο Ζακ Ντελόρ, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Le Monde». Ερωτώμενος ειδικότερα για την εφαρμοζόμενη πολιτική στην Ελλάδα, επεσήμανε χωρίς περιστροφές ότι η πολιτική αυτή του θυμίζει «τις παλιές πρακτικές που ακολουθούσε η Ουάσινγκτον και το ΔΝΤ». «Μαθαίνουν», συνέχισε, «τις χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα να πεθαίνουν, αναρρώνοντας δημοσιονομικώς»!

«Η Ελλάδα», επεσήμανε, «θα χάσει σε τρία χρόνια 10% του ΑΕΠ. Ποια λογική προσπάθεια μπορεί να καταβάλει η χώρα, υπό αυτές τις συνθήκες, προκειμένου να μειώσει το έλλειμμά της;».

Αναφέρθηκε ειδικότερα και στο περίφημο θέμα των αποκρατικοποιήσεων, απορρίπτοντας την ιδέα της εσπευσμένης πωλήσεως δημοσίων επιχειρήσεων σε απαράδεκτα χαμηλές τιμές.

«Η ορθή οικονομική επιλογή», τόνισε, «είναι να γίνει αναδιάρθρωση των ελληνικών δημοσίων επιχειρήσεων, να καταστούν βιώσιμες και να πωληθούν σε καλύτερες εποχές, αποδίδοντας στον ελληνικό λαό το μερίδιο που του αναλογεί».

Σε ό,τι αφορά γενικότερα το ελληνικό πρόβλημα σε σχέση με την Ευρώπη, επεσήμανε ότι «η σωτηρία της Ελλάδος είναι αλληλένδετη με την τύχη του ευρώ» και επέκρινε την απουσία συντονισμού στην Ευρωζώνη και την αναποφασιστικότητα των ευρωπαίων ηγετών.

Μίλησε επίσης, με σκληρά λόγια, για χώρες όπως η Φινλανδία και η Σλοβακία, που επιδεικνύουν συστηματικά έλλειψη κοινού πνεύματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για τη συμμετοχή σ' ένα κοινό νόμισμα. Υπεστήριξε ότι για τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να θεσμοθετηθεί στο μέλλον η δυνατότητα αποπομπής τους από την Ευρωζώνη, με πλειοψηφία δύο τρίτων.



ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΙΤΟ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ

Τίθενται σήμερα ενώπιον των χωρών της Ευρωζώνης τρία μεγάλα θέματα. Το πρώτο αφορά την επέκταση της κρίσεως σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης και τον πραγματικό κίνδυνο που δημιουργείται για το ευρώ. Η απειλητική αυτή επέκταση αποκαλύπτει τα δομικά προβλήματα της Ευρωζώνης και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, τα οποία συγκαλύπτονται ευσχήμως στην περίπτωση της Ελλάδος με την επίρριψη σ' αυτήν και στις αδυναμίες της όλης της ευθύνης.

Το δεύτερο αφορά την τραγική αποτυχία της συστηνόμενης μονόπλευρης πολιτικής λιτότητας και την εξέγερση του ελληνικού λαού.

Το τρίτο αφορά ειδικότερα τη βιωσιμότητα του ελληνικού εξωτερικού χρέους και το δέον γενέσθαι.

Οι διαβουλεύσεις σε επίπεδο κορυφής συναντούν μεγάλες δυσκολίες γιατί ακριβώς η απουσία της αναγκαίας πολιτικής ενότητας, που υποστηρίζει ένα κοινό νόμισμα, δίδει προτεραιότητα στα επιμέρους συμφέροντα κάθε κράτους.

Το ίδιο μάλιστα το σύστημα του ελεύθερου ανταγωνισμού χωρίς όρια, όχι μόνο στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, παροξύνει και εντείνει ακόμη περισσότερο τις εσωτερικές ευρωπαϊκές συγκρούσεις και ενισχύει τις αποκλίσεις αντί τις συγκλίσεις.

Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως διαπιστώνουν παραλλήλως ότι μέσα στο διεθνές σύστημα που απεδέχθησαν με τις ευρωπαϊκές συνθήκες, της νεοφιλελεύθερης δηλαδή παγκοσμιοποίησης, έχουν μικρά περιθώρια παρεμβάσεως κατά του ισχύοντος συστήματος των ανοικτών αγορών.

Το τελευταίο μπορεί να επιδίδεται αυτόνομα στα δικά του κερδοσκοπικά παιχνίδια, εκμεταλλευόμενο την ουσιαστική απουσία κανόνων και πολιτικού ελέγχου.

Με τα δεδομένα αυτά, θα αναζητηθούν ως συνήθως οι αναγκαίοι συμβιβασμοί για να αποφευχθεί μια μεγάλη και ανεξέλεγκτη κρίση στην Ευρωζώνη. Το ουσιαστικό όμως πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ευρωζώνη, αφενός με την απουσία πολιτικής ενότητας και αφετέρου με τον εγκλωβισμό της στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της παγκοσμιοποίησης, θα παραμείνει.

Οι προβαλλόμενες ιδέες από την καγκελάριο Μέρκελ για τροποποίηση των ευρωπαϊκών συνθηκών, με στόχο την επιβολή μιας σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας σ' όλες τις χώρες μέλη, δεν αποτελούν λύση.

Προφανώς, γιατί η γερμανίδα καγκελάριος αγνοεί τα προβλήματα που δημιουργεί η παγκοσμιοποίηση και η άκρατη κερδοσκοπική λειτουργία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος στις ασθενέστερες χώρες, κατά πρώτο λόγο, και υπολαμβάνει ότι η δημιουργία χρεών και ελλειμμάτων οφείλεται μόνο στη σπατάλη και στην ανοικοκύρευτη ροπή των νοτίων περιφερειακών χωρών.



Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΛΗΞΕΙ
ΣΕ ΚΥΡΙΑΡΧΕΣ ΚΑΙ
ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΜΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ

Η παραπάνω καταχρηστική άποψη μάς παραπέμπει στο δεύτερο θέμα, στην εφαρμοζόμενη δηλαδή πολιτική λιτότητας στην Ελλάδα και στην αποτυχία της.

Ποιος είναι τελικά ο στόχος της πολιτικής αυτής και γιατί εξεγείρεται ο ελληνικός λαός; Θα πρέπει να ομολογηθεί ότι η ελληνική κοινωνία επέδειξε σε πρώτη φάση πολύ μεγάλη κατανόηση και καρτερία, αντιλαμβανόμενη τη δραματική κατάσταση στην οποία βρέθηκε η χώρα.

Αντελήφθη όμως, στη συνέχεια, ότι μέσα από τα απαράδεκτα και πρωτοφανή Μνημόνια και τους αλλεπάλληλους γύρους νέων μέτρων διακυβεύονται πολύ περισσότερα απ' όσα αρχικά είχαν ειπωθεί ή υποτεθεί.

Ο ελληνικός λαός συνειδητοποίησε ότι πραγματικός στόχος είναι η υποβάθμιση του επιπέδου ζωής σε ανατολικοευρωπαϊκά πρότυπα, η υφαρπαγή, σε τιμή ευκαιρίας, της δημόσιας περιουσίας και των πλουτοπαραγωγικών πόρων της χώρας, και η υποθήκευση της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας.

Τα πράγματα, υπό τους όρους αυτούς, είναι πολύ διαφορετικά. Η συνταγή θεραπείας όχι μόνο δεν φέρνει αποτέλεσμα, αλλά απειλεί επιπλέον τα θεμελιώδη: τη συνοχή της κοινωνίας και την εθνική ύπαρξη, ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Πώς και γιατί τα πράγματα έφθασαν ως εκεί; Οι ευθύνες της σημερινής κυβερνήσεως είναι καταλυτικές, άσχετα από τις ευθύνες των προηγουμένων κυβερνήσεων, που είναι αναντίρρητες. Η μετεξέλιξη μιας κρίσεως ελλειμμάτων και χρέους σε κίνδυνο χρεοκοπίας και πλήρους καταρρεύσεως δεν ήταν αναπόφευκτη. Έγιναν μνημειώδη λάθη χειρισμών, διαπραγματεύσεων και προσανατολισμού.

Το μεγαλύτερο λάθος, που εμπνέεται, δυστυχώς, από την εμμονή στις αντιδραστικές αρχές της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σχολής του Σικάγου και της παγκοσμιοποίησης, είναι η αναβολή επ' αόριστον οποιασδήποτε ουσιαστικής αναπτυξιακής πολιτικής, μέχρι την υποτιθέμενη δημοσιονομική εξυγίανση. Η τελευταία συγκαλύπτει ως άλλοθι την πλήρη αποεθνικοποίηση και παγκοσμιοποίηση της ελληνικής οικονομίας ως δήθεν αναγκαία για τη «σωτηρία» της.

Αυτό σημαίνει, με απλά λόγια, το άνοιγμα του δρόμου για τη μετατροπή της Ελλάδος από εθνικό κράτος σε απλό χώρο διεθνούς αγοράς και την αποικιοποίησή της από ξένες δυνάμεις και πολυεθνικές. Αυτό, λοιπόν, ήταν το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης; Αντί της ευφημούμενης ισότιμης συμμετοχής των ευρωπαϊκών εθνών και κρατών, να καταλήξει σε κυρίαρχες και κυριαρχούμενες χώρες μέσα στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση;



Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΣΕ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ ΚΡΙΣΙΜΩΝ
ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ -
Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ
ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ
ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΥΠΟ
ΟΡΟΥΣ ΥΠΟΘΗΚΕΥΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

Τα προβλήματα στην Ευρωζώνη αναδεικνύουν, όπως ήδη αναφέρθηκε, τις εγγενείς αντιφάσεις που αντιμετωπίζει στους κόλπους της η Ευρωπαϊκή Ένωση με την ανολοκλήρωτη πολιτική της ενοποίησης και την ταύτισή της με την παγκοσμιοποίηση.

Η τελευταία επιδεινώνει δραματικά τα προβλήματα των ασθενεστέρων και λιγότερο ανταγωνιστικών χωρών, οξύνει τον εσωτερικό ανταγωνισμό και τις αντιθέσεις και περιορίζει ασφυκτικά τη δυνατότητά της να αντιμετωπίσει, ανεξάρτητα, και να ρυθμίσει τα θέματα των αγορών, της κερδοσκοπίας και της εικονικής οικονομίας, τουλάχιστον εντός των συνόρων της. Περιορίζει επίσης τη δυνατότητά της να διαμορφώσει και να ασκήσει κοινές ευρωπαϊκές αναπτυξιακές πολιτικές.

Η σημερινή κρίση είναι ταυτόχρονα και μια ευκαιρία, όπως συχνά λέγεται, για να ληφθούν αποφάσεις, υπό την πίεση της ανάγκης. Για λόγους όμως που επίσης αναφέρθηκαν, δεν αναμένεται να γίνουν θεαματικά άλματα.

Το ελάχιστο που απαιτείται είναι η αποσόβηση ενός μοιραίου κινδύνου για το ευρώ, που μπορεί να προέλθει από την ανεξέλεγκτη εξέλιξη της κρίσεως του δημοσίου χρέους και του τραπεζικού συστήματος στην Ευρώπη.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους, η κλιμάκωση του οποίου, πέρα από κάθε βιώσιμο όριο, συνιστά και το τρίτο ειδικότερο θέμα που έχει ενώπιόν της η Ευρωζώνη. Είναι γνωστές οι παράμετροι των συζητουμένων σχεδίων και σεναρίων. Είναι προφανές ότι η αντιμετώπιση του χρέους απαιτεί πολύ σημαντική μείωσή του, ώστε να καταστεί βιώσιμο. Η μετατροπή όμως μεγάλου μέρους των ιδιωτικών δανείων σε διακρατικά, μέσα από τον δανεισμό του Μνημονίου και τον αναμενόμενο δανεισμό του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος, περιορίζει τη δραστικότητα μιας μεγάλης περικοπής του χρέους, της τάξεως του 50% ή 60%.

Μια τέτοια περικοπή θα έπληττε περισσότερο και δυσανάλογα τις ελληνικές τράπεζες και τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, και δεν θα είχε το ποθούμενο αποτέλεσμα. Αντιθέτως, θα δημιουργούσε κινδύνους αποεθνικοποιήσεως και όλων των ελληνικών τραπεζών, πέρα από αυτόν που διατρέχουν η δημόσια περιουσία και οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι της χώρας.

Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί ενδεχομένως να επιτευχθεί μ' έναν συνδυασμό τρόπων, που να περιλαμβάνει περικοπή, μείωση επιτοκίου, περαιτέρω παράταση του χρόνου αποπληρωμής αλλά και αναπτυξιακή βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως προς την Ελλάδα.



Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ
ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΟΡΑΜΑ, ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ

Ο ελληνικός λαός δεν μπορεί να αγωνίζεται για μια προοπτική «σωτηρίας» που υποκρύπτει την υποδούλωση της χώρας και την οπισθοδρόμησή του. Έχει ανάγκη από αναπτυξιακό όραμα και πίστη στο μέλλον και την πρόοδο της χώρας. Έχει ανάγκη από εθνική αυτοπεποίθηση και υπερηφάνεια που αντλεί από το ένδοξο εθνικό παρελθόν του και τους αγώνες του.

Να συνειδητοποιήσει, λοιπόν, η κυβέρνηση ότι ο «πατριωτισμός» που όψιμα επικαλείται δεν έχει σχέση με τα ιδεολογήματα και τις πολιτικές της παγκοσμιοποίησης και της αποεθνικοποίησης.

Η χώρα, για να βγει από το αδιέξοδο, έχει ανάγκη από εθνική αναπτυξιακή στρατηγική και από στρατηγικό σχεδιασμό. Αυτός είναι καθ' όλα συμβατός με τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τις μεγάλες δυσκολίες και τα προβλήματα που δημιουργεί η κάκιστη ταύτιση της Ευρώπης με την παγκοσμιοποίηση. Στο τελευταίο αυτό κεφάλαιο, η Ελλάδα, αντί να αυτοπροβάλλεται από τις άκριτες ηγεσίες της ως «πρωτοπόρος» της καταστροφικής γι' αυτήν παγκοσμιοποίησης, θα όφειλε κανονικά να θέσει, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει από αυτήν. Να ανοίξει, με άλλα λόγια, τη συζήτηση για το αν πρέπει ή όχι να εξετάσει η Ευρώπη τη θέσπιση προστατευτικών ορίων, σύμφωνα, άλλωστε, με την καταστατική αρχή της Κοινοτικής Προτιμήσεως, που περιθωριοποιήθηκε μέχρι εξαφανίσεως από την πολιτική της παγκοσμιοποίησης.

Η διαμόρφωση μιας εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής και στρατηγικής είναι εφικτή και επιβεβλημένη και πρέπει να ενταχθεί σ' έναν στρατηγικό σχεδιασμό σε βάθος εικοσαετίας. Στο ερώτημα από πού θα προέλθουν οι πόροι γι' αυτό σε μια υπερχρεωμένη χώρα, που βρίσκεται στα όρια της χρεοκοπίας και της καταρρεύσεως, η απάντηση είναι απλή.

Με σωστή οργάνωση και αξιοποίηση των υπαρχόντων και λογικώς προσδοκωμένων πόρων για τα επόμενα είκοσι χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρονται ενδεικτικά:

= Οι επενδυτικές δυνατότητες της ΔΕΗ στην ενέργεια, περιλαμβανομένης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι η ΔΕΗ είναι κερδοφόρα δημόσια επιχείρηση, με ετήσια κέρδη που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ, είναι εφικτό, με όρους αγοράς, να χρηματοδοτεί ετησίως το επενδυτικό της πρόγραμμα με άλλο 1 δισ., προερχόμενο από δανεισμό. Σε βάθος εικοσαετίας, θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 40 δισ. ευρώ.

Σημειώνεται ότι ο τομέας της ενέργειας δεν είναι προβληματικός στη διάθεσή της. Αντιθέτως, υπάρχουν προοπτικές εξαγωγής ενέργειας σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως, κατά πρώτο λόγο, στη Γερμανία, που ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για ηλιακή και αιολική ενέργεια.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναρωτηθεί κανείς ποιο θα ήταν το κέρδος της Ελλάδος από την παραγωγή ηλιακής ενέργειας για εξαγωγή εάν δεν εμπλεκόταν η ΔΕΗ και ενδεχομένως άλλες ελληνικές επιχειρήσεις...

= Η διαφύλαξη ως κόρης οφθαλμού των δημοσίων επενδύσεων, έστω στο ελάχιστο όριο των 3 δισ. ευρώ ετησίως. Σε βάθος εικοσαετίας, το ποσόν θα ανερχόταν σε 60 δισ.

= Η αξιοποίηση, με στρατηγικό σχεδιασμό, των προσδοκωμένων ευρωπαϊκών πόρων για τα επόμενα είκοσι χρόνια. Εάν υπολογισθούν 2 δισ. ετησίως και προστεθεί σ' αυτά και το λιμνάζον ΕΣΠΑ, ύψους περίπου 15 δισ., το ποσόν ανέρχεται σε 55 δισ.

= Οι ξένες επενδύσεις. Με στόχο τα 2 δισ. ευρώ ετησίως, το ποσόν μπορεί να ανέλθει σε 40 δισ. για την εικοσαετία.

= Οι ελληνικές ιδιωτικές επενδύσεις.

Με στόχο τα 2 δισ. ευρώ, το ποσόν μπορεί επίσης να ανέλθει σε 40 δισ.

Το συνολικό επενδυτικό σχέδιο μπορεί, με τα παραπάνω, να ανέλθει στα 235 δισ. ευρώ.

Οι επενδύσεις αυτές είναι σκόπιμο να κατευθυνθούν, κατά προτεραιότητα;

= στην ενέργεια

= στον εκσυγχρονισμό των υποδομών

= στον τουρισμό

= στην υψηλή τεχνολογία, σε τομείς όπου η Ελλάδα έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα

= στην πολεμική βιομηχανία

= στον ορυκτό πλούτο.

Σε ό,τι αφορά τον τελευταίο, το παράδειγμα της Κύπρου δείχνει έναν νέο, πολλά υποσχόμενο ορίζοντα, που αφορά τον ευρύτερο ελληνικό χώρο.

Ο εν δυνάμει αυτός πλούτος πρέπει να αξιοποιηθεί και να προασπισθεί τόσο από τις επιβουλές της αρπακτικής γείτονος στ' ανατολικά όσο και από υφαρπαγές από ξένα συμφέροντα, με την ευκαιρία της κρίσεως και του χρέους.

Προφανώς, η συγκρότηση και η εφαρμογή ενός τόσο φιλόδοξου και μακροπρόθεσμου αναπτυξιακού σχεδίου απαιτούν εξειδικευμένη τεχνοκρατική επεξεργασία σε όλους τους τομείς. Απαιτεί επίσης ανασυγκρότηση του κράτους, πάνω σε αξιοκρατική και αποτελεσματική βάση.

Απαιτείται όμως, πάνω απ' όλα, αποφασιστικότητα για δράση, κινητοποίηση του ελληνικού λαού σε μια ελπιδοφόρα προοπτική και προπάντων ακράδαντη πίστη στο εθνικό μέλλον και το πεπρωμένο ενός υπερήφανου λαού. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου