Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ «ΚΟΥΡΕΜΑ» ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ ΤΗΣ 26ης ΟΤΩΒΡΙΟΥ - του Ανδρέα Τσιφτσιάν


Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός


Η τελευταία δανειακή σύμβαση της 26ης Οκτωβρίου παρουσιάζεται ως το ελιξίριο της ζωής για την Ελλάδα και την Ευρώπη. Σύσσωμα τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας προτρέπουν στην ψήφισή της, η αναβολή της οποίας θα σήμαινε το τέλος της Ελλάδας. Για άλλη μια φορά ο ελληνικός λαός παρακολουθεί σαστισμένος, έντρομος και «έτοιμος» να δεχτεί το οτιδήποτε που θα τον φέρει ένα βήμα πιο μακριά από τον εφιάλτη της πτώχευσης. Είναι όμως έτσι τα πράγματα όπως παρουσιάζονται ή πρόκειται για μία ακόμη καλοστημένη απάτη  ή ένα μοιραίο λάθος των «σοφών» του ευρωπαϊκού κατεστημένου;


Ας δούμε όμως κατ αρχήν και επιγραμματικά τι προβλέπεται στην τελευταία δανειακή σύμβαση: Βασικός στόχος της σύμβασης είναι η μείωση του χρέους της Ελλάδας από το 160% του ύψους χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ στο 120% σε βάθος δεκαετίας. Αυτό θα γίνει με ένα hair cut ή «κούρεμα» σε συνολικό ύψος 100 δις ευρώ. Για να γίνει αυτό θα πρέπει οι ιδιώτες επενδυτές (δηλαδή οι τράπεζες που κατέχουν κατά κύριο λόγο τα  «τοξικά» ελληνικά ομόλογα) να παραιτηθούν οικειοθελώς κατά 50%  από τις απαιτήσεις τους έναντι της Ελλάδας. Επίσης η οροφή του πακέτου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας αυξάνεται από 250 δις € στα 440 δις €, όπου προβλέπεται ένας «μοχλός» που θα αυξήσει την ισχύ του μηχανισμού μέχρι 1 τρις € από την ασφάλιση ομολόγων, ενώ για να γίνει αυτό οφείλουν αρχικά οι τράπεζες να δεσμευτούν να αυξήσουν από τις ίδιες τους τις δυνάμεις τα ίδια κεφάλαιά τους σε 9% (κατά 1% περίπου και 105 δις ευρώ).


Αυτή η νέα δανειακή σύμβαση λοιπόν πρέπει να φωτιστεί στα σκοτεινά σημεία της αλλά και να μελετηθεί ως προς τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη. Ιδίως το τελευταίο  αυτό στοιχείο είναι κομβικό, αν θέλει κανείς να κάνει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στο θέμα. Και αυτή ακριβώς είναι η αχίλλειος πτέρνα της σύμβασης αυτής. Είναι τόσο αντιφατική στην σύλληψή της, ώστε δεν κατοχυρώνει και δεν προστατεύει ούτε καν την Ευρώπη (και όχι μόνο την Ελλάδα) από την γενική κρίση χρέους. Δεν αποτρέπει τον κίνδυνο πτώχευσης ακόμη και των υπόλοιπων χωρών της ευρωζώνης, αλλά απλά τον μεταθέτει στο μέλλον, πολύ φοβάμαι όχι στο μακρινό αλλά άμεσο. Η Ευρώπη χτυπάει η ίδια γροθιά στο μαλθακό υπογάστριό της. Ας εξετάσουμε όμως αρχικά τις πιθανές επιπτώσεις έξω από τα σύνορα της Ελλάδας.


Η καγκελάριος Μέρκελ χαρακτήρισε τον μηχανισμό χρηματοπιστωτικής  σταθερότητας ως «ένα τείχος προστασίας του ευρώ που αποτρέπει από τον κίνδυνο μετάδοσης ασθενειών ενός υπερχρεωμένου κράτους σε ένα άλλο». Πολύ φοβάμαι πως αυτός ο μηχανισμός είναι όχι μόνο  αναποτελεσματικός, αλλά θα έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα και τελικώς θα λειτουργήσει ως δούρειος ίππος χτυπώντας την φερεγγυότητα του  ευρώ εκ των έσω. Η κεντρική ιδέα της τελικής διαμόρφωσης του  ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας είναι, ότι οι χώρες που το στηρίζουν κεφαλαιακά, δεν χρειάζεται να διαθέσουν ρευστό, αλλά το EFSF θα εγγυάται περίπου το 25% περίπου της αξίας των ομολόγων που εκδίδει ένα κράτος. Θα λειτουργεί δηλαδή ως ένα είδος ασφάλισης ή μερικής κάλυψης πιθανής ζημιάς από μη πληρωμή ομολόγων (όπως την ξέρουμε επί παραδείγματι και από την ασφάλιση ενός αυτοκινήτου). Όχι το EFSF αλλά οι τράπεζες (ή άλλοι ιδιώτες επενδυτές) θα αγοράζουν κρατικά ομόλογα και τα κράτη εγγυητές θα τους παρέχουν εγγύηση με την συμμετοχή τους στον κίνδυνο μη αποπληρωμής τους. Κατ αυτόν τον τρόπο -πιστεύουν οι εκπονητές του - θα μειωθεί το ρίσκο για τις τράπεζες-επενδυτές, άρα και οι τόκοι που θα κληθούν να πληρώσουν τα κράτη και τα ομόλογα θα γίνουν και πάλι ελκυστικά ως επενδυτικά προϊόντα. Όμως παραβλέπουν δύο βασικά καίρια μειωνεκτήματα του: Την αύξηση του ρίσκου και το ανυπαρκές ποσό χρηματοδότησης. 


Έτσι λοιπόν, αντί ότι το EFSF να είναι ένας μηχανισμός ανακύκλωσης χρήματος που θα μεταφέρει ρευστό από τις ισχυρές χώρες στις αδύναμες και να προσπαθεί με αυτόν τον τρόπο να διορθώνει τις ανισορροπίες, λειτουργεί ως συσσωρευτής ρίσκου και πιστοληπτικής επιβάρυνσης για τους ισχυρότερους, οι οποίοι καλούνται να μοιραστούν τον κίνδυνο των πιο επισφαλών και τοξικών ομολόγων των αδύναμων χωρών!  Με κάθε αύξηση της οροφής ασφάλισης λοιπόν αυξάνει παράλληλα  και το ρίσκο των εγγυητών-χωρών, που μοιραία κάποια στιγμή θα δουν τον δείκτη πιστοληπτικής τους ικανότητας να μειώνεται. Ένα ποσοστό ζημιάς 25% σημαίνει, ότι με έναν τετραπλασιασμό του ποσού εγγύησης τετραπλασιάζεται και το ρίσκο. Αν σε αυτό συνυπολογίσουμε, ότι Ιρλανδία και Πορτογαλία λόγω των δικών τους οικονομικών προβλημάτων, αποχαιρέτησαν ήδη τον κύκλο των εγγυητών του EFSF, η Ιταλία παλεύει με νύχια και με δόντια να κρατηθεί και το Βέλγιο «στέγνωσε» από την προσπάθεια διάσωσης της Dexia, τότε δεν βλέπουμε παρά να έχουν μείνει η ήδη αδύναμη Γαλλία και η Γερμανία καθώς και μια χούφτα μικρότερων κρατών να σηκώσουν τον μηχανισμό στήριξης. Οι χώρες λιγοστεύουν, το βάρος μεγαλώνει. 


Από τότε που συζητιέται η αύξηση της οροφής εγγύησης του EFSF και ειδικά μετά τις 21 Ιουλίου, όπου αποφασίστηκε αυτή, οι τόκοι (ως μέτρο δείκτη κινδύνου) με τους οποίους το ίδιο το EFSF δανείζεται από τις αγορές διπλασιάστηκαν! Ήδη ο μηχανισμός δανείζεται ακριβότερα από την Γαλλία και την Γερμανία, πράγμα επιεικώς παράδοξο για έναν μηχανισμό που στηρίζεται από αυτές ως εγγυητές. Ήδη λοιπόν οι αγορές βλέπουν τον αυξανόμενο κίνδυνο αντιδρώντας ανάλογα με υψηλότερα επιτόκια, πριν καν εκδοθούν ακόμη ομόλογα. 


Αλλά ακόμη και το ρίσκο των ζημιών από μη πληρωμή ομολόγων όπως των ελληνικών παραμένει το ίδιο για τις αγορές παρά την ασφάλιση του 25%, ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό, αν σκεφτεί κανείς, ότι το τελευταίο «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων αφορούσε σε ποσοστό του 50%. Επιχειρεί δηλαδή κανείς να ηρεμήσει τις αγορές με ένα ποσοστό ασφάλισης ζημιών πολύ χαμηλότερο από την ζημιά που «επέβαλε» πρότινος. Αυτό δεν θα μπορούσε να φέρει και δεν έφερε άλλωστε εμπιστοσύνη. 


Έτσι λοιπόν ούτε και η  πιστοληπτική ικανότητα της Ιταλίας και της Ισπανίας (χωρών που θα μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον από εδώ και πέρα) δεν βελτιώθηκε από την δημιουργία ή έστω την αναγγελία δημιουργίας μοχλού του EFSF. Αυτό από μόνο του
είναι ένα δείγμα αναποτελεσματικότητας των αποφάσεων των Βρυξελλών για έναν μηχανισμό ασφάλισης ομολόγων, όπως ουσιαστικά λειτουργεί αυτός. Αν οι χώρες αυτές καταπέσουν στην ανάγκη στήριξής τους από τον μηχανισμό, τότε από μόνες τους θα απαιτούσαν αύξηση της οροφής του μηχανισμού κατά 2,5 τρις €. Ποιος θα βρεθεί να τα εγγυηθεί; Μα φυσικά η Γαλλία και η Γερμανία (και οι τρεις νάνοι, Φιλανδία, Αυστρία, Ολλανδία). Αν το EFSF αγόραζε το ίδιο ομόλογα αντί απλώς να τα ασφαλίζει και στην περίπτωση που ένα κράτος δεν θα μπορούσε να τα αποπληρώσει στο 100% θα του έμενε ένα ποσό ως διαφορά του ονομαστικού ποσού και του κουρεμένου. Αυτή η διαφορά όμως τώρα θα μένει στις τράπεζες που θα κατέχουν τα κουρεμένα ομόλογα, όμως οι χώρες εγγυητές μαζί με τον μηχανισμό στήριξης φέρουν ακέραιη την ευθύνη πληρωμής των ομολόγων που θα βρίσκονται στις τράπεζες-αγοραστές. Αυτό το γνωρίζουν οι επενδυτές και αντιδρούν ζητώντας αυξανόμενα επιτόκια από τον μηχανισμό για να τον χρηματοδοτήσουν, εξαιτίας της υψηλότερης πρόβλεψης  επισφαλειών. Η ιδέα όμως μόνο της ασφάλισης και όχι της αγοράς ομολόγων αυτό είχε αρχικά ως σκοπό, να κρατήσει δηλαδή τα επιτόκια δανεισμού του χαμηλά, πράγμα που όμως δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται. 


Αυτή η εξυπνάδα που σκαρφίστηκαν οι μεγάλοι της Ευρώπης  θα τους παγιδέψει στο ίδιο πρόβλημα που βρίσκονται και οι μικροί.  Σκέφτηκαν, ότι θα μειώσουν το ρίσκο των μικρών αν το αναλάβουν αυτοί και εγγυηθούν για αυτούς. Αντ' αυτού όμως θα γίνει το ακριβώς αντίθετο, θα αυξηθεί δηλαδή το δικό τους ρίσκο και πολύ σύντομα η Γαλλία (πρώτη και καλύτερη) και η Γερμανία θα δουν το ΑΑΑ της πιστοληπτικής τους αξιολόγησης  να αποτελεί πια παρελθόν. Ένας εφιαλτικός φαύλος κύκλος. Το πρώτο τούβλο του φράγματος θα έχει φύγει. Τότε μοιραία και η πιστοληπτική ικανότητα του ίδιου του EFSF που βασίζεται σε αυτές θα τεθεί υπό αμφισβήτηση. Ουαί κι αλίμονο. Ήδη η Ιταλία περιμένει στο κατώφλι να χτυπήσει την πόρτα. Δανείστηκε πρότινος με επιτόκιο μεγαλύτερο, από αυτό με το οποίο η Ελλάδα μπήκε στο ΔΝΤ (!) και λίγο κάτω από το ψυχολογικό όριο του 7% που θεωρείται απαγορευτικό για δανεισμό κράτους.  Ακόμη όμως κι αν ο μηχανισμός πετύχαινε, τότε έτσι όπως έχει δομηθεί, δηλαδή με την ΕΚΤ να είναι παντελώς απούσα (αυτό ήταν απαίτηση της Γερμανίας που θέλει ανεξάρτητη ΕΚΤ), θα έρεε ρευστό  στην Ευρώπη. Έτσι θα αυξανόταν στην αγορά χρήματος η ζήτηση για ευρώ, πράγμα που θα άυξανε την τιμή του διατηρώντας την σε υψηλά επίπεδα.  Καλό για την Γερμανία, κακό για εμάς.


Και οι αντιφάσεις του σχεδιασμού του μηχανισμού στήριξης δεν σταματούν εδώ. Οι τράπεζες θα πρέπει όπως προανέφερα να αυξήσουν τα ίδια κεφάλαιά τους σε 9% (που αντιστοιχεί σε ποσό 105 δις € περίπου), για να μπορούν ισχυρότερες να αντιμετωπίσουν με δικά τους μέσα μελλοντικές κρίσεις χρέους. Για να το κάνουν όμως  αυτό δεν έχουν και πολλές επιλογές. Ή θα πρέπει να περιορίσουν την ρευστότητα στην αγορά, για να την κρατήσουν για τον εαυτό τους, ή θα πρέπει να πουλήσουν ομόλογα που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους. Στην πρώτη περίπτωση θα πρέπει να περιορίσουν τον δανεισμό στις επιχειρήσεις με δυσμενείς όμως συνέπειες στην ανάπτυξη και την πραγματική οικονομία. Οι   προβλέψεις για ανάπτυξη κινούνται έτσι κι αλλιώς μεταξύ 0% και 1% στον μέσο όρο της Ευρώπης για το ερχόμενο έτος.   Στην δεύτερη περίπτωση η πώληση των ομολόγων θα αυξήσει τα επιτόκιά δανεισμού των κρατών. Τα κράτη θα δανείζονται ακριβότερα και δυσκολότερα. Αυτό όμως αντίκειται στην ουσία του μηχανισμού που στην πραγματικότητα δρα κανιβαλικά με τον εαυτό του. Υπάρχει τελικώς και η  λύση του παγώματος αγοράς ομολόγων από τις τράπεζες, ώστε να μην μειωθούν τουλάχιστον τα ρευστά διαθέσιμά τους, κάτι που συνιστά επιπλέον αντίφαση στην λογική του EFSF που χρειάζεται τις τράπεζες ως αγοραστές, ενώ αυτό θα λειτουργεί πρωτίστως ως εγγυητής τους. (Βέβαια παραμένουν οι εναλλακτικές λύσεις της απόλυσης υπαλλήλων ή της μειωμένης διανομής μερισμάτων στους μετόχους, όμως αυτές οι λύσεις δεν επιφέρουν ραγδαία αποτελέσματα μπροστά στην γιγαντιαία εξοικονόμηση που προβλέπεται να γίνει). 


Όχι όμως μόνο ο μηχανισμός στήριξης είναι αντιφατικός στην δομή του, αλλά και ολόκληρη η πολιτική της Ευρώπης. Ρίχνει τα χρήματά της σε ένα καλάθι που είναι τρύπιο. Η κρίση απαιτεί όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή των κρατών και άρα των φορολογουμένων τους στην στήριξη των τραπεζών. Έχει μάλλον εφευρεθεί η ιδέα του κομμουνιστικού καπιταλισμού! Η Ευρώπη ακολουθεί από την μία μεριά μια αντιπληθωριστική πολιτική με σκληρά μέτρα λιτότητας και από την άλλη ακολουθεί ταυτόχρονα μία πληθωριστική πολιτική αιμοδοσίας της οικονομίας προσπαθώντας να αναθερμάνει την ζήτηση. Στο πρόβλημα χρέους που έχει προκύψει ως δυσαναλογία του υψηλού δανειακού όγκου και της χαμηλής παραγωγικότητας της οικονομίας  η Ευρώπη προσπαθεί να μειώσει το πρώτο χωρίς να μπορεί να αυξήσει το δεύτερο, το οποίο λόγω των ακαριαίων κινδύνων που ελλοχεύουν δεν φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα. Αυτό που προκρίνεται για την ώρα είναι πρόσκαιρες λύσεις, απόρροια καχεκτικών αντιδράσεων πανικού, ώστε να αποτραπεί ο άμεσος κίνδυνος της κατάρρευσης. Σταθερές αλλά μακρόπνοες λύσεις δεν είναι της μόδας στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, που ανοίγουν τα πόδια της Ευρώπης σε ένα σπαγκάτο αντιφάσεων που κινδυνεύει να σπάσει τα πόδια της. Οι πρώτες κοινωνικές επιπτώσεις γίονονται ήδη εμφανείς. Ένας ανερχόμενος εθνικισμός  αρχίζει να εκκολάπτεται. Κάποια στιγμή ακόμη ίσως γίνει αναγκαία και η συνδρομή της Κίνας στον μηχανισμό του EFSF πράγμα που θα εξαρτήσει την σταθερότητα του ευρώ  από αυτήν με ότι συνεπάγεται αυτό σε πολιτικό επίπεδο. 


Πίσω στην Ελλάδα τώρα, οι αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου την καθιστούν κατά την γνώμη μου ως μόνη χαμένη ή περισσότερο χαμένη. Σε 10 χρόνια από σήμερα θα βρεθούμε 11 χρόνια πίσω όσον αφορά στο χρέος μας! Αναρωτιέται κανείς, τι θα γίνει τότε. Θα ακολουθηθεί η ίδια πολιτική, οπότε και θα ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή με νέα μνημόνια που θα μας ρίξουν και πάλι εν έτη  2030 πίσω στο 2020; Ή θα γίνει κάτι άλλο; Κι αν υπάρχει αυτό το άλλο, γιατί δεν το εφαρμόζουν τώρα; Κουρεύουν το χρέος κατά 50% ή 100 δις € κι ενώ θα πίστευε κανείς, ότι οι τράπεζες χάνουν τα μισά λεφτά, στην ουσία κερδίζουν, διότι πολύ απλά τα ελληνικά ομόλογα είναι υποτιμημένα στην δευτερογενή αγορά σε μία αξία του 20% περίπου της ονομαστικής τους αξίας.  Άρα οι τράπεζες κερδίζουν και μάλιστα 60 δις € σε μια συνολική αξία ελληνικών ομολόγων ύψους 40 δις € που ουσιαστικά διαθέτουν. Και ποιος θα πληρώσει το κούρεμα των ελληνικών τραπεζών και ασφαλιστικών ταμείων; Τα ασφαλιστικά ταμεία θα χρειαστούν περίπου 11 δις € και οι τράπεζες 30 δις € για να ανακεφαλαιοποιηθούν. Ποιος θα τα πληρώσει αυτά; Μα φυσικά το ελληνικό κράτος. Και που θα βρει τα χρήματα; Μα φυσικά θα δανειστεί. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, μας χαρίζουν 100 δις€  για να «κερδίσουμε» 60 δις€, πράγμα που είναι τόσο λογικό, όσο και ότι το μισό του 200 είναι το 60!  Η διαφορά όμως είναι, ότι το ρίσκο που βρίσκεται σήμερα στις τράπεζες μεταφέρεται με αυτό το τέχνασμα στο ελληνικό δημόσιο, πράγμα που το αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο.


Στα εγχειρίδια μακροοικονομίας ως αναδιάρθρωση χρέους νοείται  η αλλαγή των όρων δανεισμού υπέρ του δανειζόμενου. Κάτι τέτοιο είναι και το «κούρεμα», δηλαδή η παραίτηση του δανειστή από ένα μέρος της απαίτησης που έχει έναντι του οφειλέτη του. Από τα παραπάνω όμως γίνεται σαφές, ότι εδώ συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή η αλλαγή των όρων δανεισμού υπέρ του δανειστή! Σε αυτό το κούρεμα δεν συμμετέχουν ούτε η  ΕΚΤ (που φέρεται να διαθέτει 50 δις € περίπου σε ελληνικά ομόλογα) ούτε και το ενυπόθηκο δάνειο του μνημονίου των 110 δις€, ούτε τα βραχυπρόθεσμης λήξης έντοκα γραμμάτια του δημοσίου. Σε ένα σύνολο 360 δις € και πλέον περίπου το διαφαινόμενο όφελος των 60 δις € δεν είναι ούτε καν το 17%! Σε αυτό ας συνυπολογίσουμε - και επειδή η συμμετοχή των τραπεζών στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων (PSI) είναι εθελοντική - ότι μόνο ένα 90% αυτών θα δεχτούν τελικά να συμμετάσχουν. Αυτό μειώνει κι άλλο το κουρεμένο ποσό. Δεν υπολόγισα επίσης και τον νέο δανεισμό με νέα ενυπόθηκα δάνεια και τις επιπλέον δόσεις που θα τα συνοδεύουν. Συνεχίζουν το βιολί τους να μας δανείζουν περισσότερα απ' όσα μας κουρεύουν, πράγμα που ρίχνει κι άλλο το ποσοστό του αναδιαρθρωμένου ποσού. Το ελληνικό χρέος δεν καθίσταται διαχειρίσιμο και άρα δεν λύνεται επί μακρόν. Οι αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου είναι τόσο σοφές, όσο η λογική της μετάθεσης του προβλήματος στο μέλλον. 

Οι Ευρωπαίοι  μας δίνουν  το αυγό και παίρνουν την κότα. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη παροιμία που θα μπορούσε να περιγράψει την κατάσταση. Μας χαρίζουν το 1/6 (πολύ αισιόδοξος υπολογισμός), ενώ παράλληλα δημιουργούν τέτοιες  συνθήκες  ύφεσης που η αξία των προς πώληση περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου έχει τόσο καταποντιστεί, ώστε η τυχών αγορά τους υποσκελίζει με το παραπάνω το όποιο κούρεμα.  Αρκεί να σκεφτεί κανείς, ότι η χρηματιστηριακή αξία των ελληνικών τραπεζών ανέρχονταν το 2007 σε 63 δις € περίπου, ενώ σήμερα δεν ξεπερνά τα 3,5 δις €! Χαμένη βγαίνει η Ελλάδα και ο λαός της, που θα πληρώσει το μάρμαρο. Διότι έπεται συνέχεια: Απολύσεις σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, χαράτσια και αντισυνταγματικά τέλη, κλάδεμα ή κατάργηση των επικουρικών συντάξεων, μείωση του αφορολόγητου, αύξηση ορίων συνταξιοδότησης, μείωση μισθών και γενικά μια υφεσιακή αντιπληθωριστική πολιτική λιτότητας, που θα στραγγαλίσει την ελληνική οικονομία και κοινωνία. 


Εύλογα θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, ποια θα έπρεπε να είναι  τελικά  η λύση. Γνώμη μου είναι, ότι σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να εξαιρεθούν οι ελληνικές τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία από την διαγραφή χρεών (70 δις € περίπου), ώστε ως ο πιο αδύναμος κρίκος να μην αποδυναμωθούν περεταίρω ή να μην χρειαστεί το ελληνικό δημόσιο να δανειστεί για να τις καλύψει. Αυτό θα προστάτευε την εθνικοποίησή τους ή χειρότερα την πώλησή τους σε ξένους αγοραστές. Τα ομόλογά τους θα μπορούσαν να ανταλλαγούν με άλλα μεγαλύτερης διάρκειας, για να διευκολυνθεί το ελληνικό δημόσιο.  Για τυχών μείωση της αξίας τους λόγω της μεγαλύτερης διάρκειάς τους θα μπορούσε να εγγυηθεί γι αυτό η ΕΚΤ. Το κούρεμα του υπόλοιπου ελληνικού χρέους θα όφειλε να είναι κατ' ελάχιστον 200 δις €, πράγμα που θα το έριχνε κάτω από το 50-60% του ΑΕΠ και άρα θα το καθιστούσε άμεσα διαχειρίσιμο. Διαχειρίσιμο θα πει, ότι ο ελληνικός προϋπολογισμός δημιουργεί πλεονάσματα και μάλιστα αρκετά, ώστε αφού πληρώνονται οι τόκοι προηγούμενων δανείων περισσεύουν κεφάλαια για την οικονομική και κοινωνική πολιτική στην κρατική διαχείριση. Αυτό  θα προϋπόθετε την κατάργηση όλων των δανειακών συμβάσεων. Ο δανεισμός της Ελλάδας σταματά άμεσα, όπως και κάθε δόση που υποθηκεύει περισσότερο το μέλλον των Ελλήνων, διότι είναι έτσι κι αλλιώς περιττός σε οικονομία που παράγει πρωτογενή πλεονάσματα. Αντί η Ευρώπη να δανείζει την Ελλάδα, ώστε αυτή να πληρώνει προηγούμενα δάνεια και να αυξάνει με αυτόν τον τρόπο το βουνό χρεών της,  θα καλύπτει την ζημιά που δημιουργείται στις τράπεζές της, πληρώνοντας αυτές για την ζημιά τους από το ελληνικό κούρεμα. 


Μας δάνεισαν 110 δις € με το μνημόνιο σε μια στιγμή που το χρέος ήταν 250 δις € περίπου. Μα αν «κούρευαν» το χρέος μας κατά 110 δις € τότε, αυτό θα έπεφτε κάτω του 60% του ΑΕΠ. Αυτό το ποσόν είναι σχεδόν το ίδιο με το σημερινό κούρεμα των 100 δις €! Οι Ευρωπαίοι θα πλήρωναν τότε αυτό ακριβώς το ποσόν στις τράπεζες τους, για να τις προστατέψουν από το σοκ της ζημιάς τους, αντί να το δανείσουν σε εμάς.  Έτσι, και το χρέος μας θα έπεφτε, και οι τράπεζές τους δεν θα κινδύνευαν και θα ήταν καλυμμένες με ένα ποσόν, που ούτως ή άλλως η ΕΕ ξόδεψε. Τόσο απλό! Βέβαια όλα αυτά προϋποθέτουν την σύμφωνη γνώμη των Βρυξελλών. Στην αναδιάρθρωση χρέους δεν μπορούμε να αυτοσχεδιάζουμε και κυρίως δεν μπορούμε να διαγράφουμε χρέη με το έτσι θέλω, γιατί αυτό θα οδηγούσε σε ανεξέλεγκτη χρεωκοπία με παράλληλη ενεργοποίηση του μηχανισμού πληρωμής των CDS.  Ότι θα γλυτώναμε σε χρέη θα το χρωστούσαμε σε ασφάλιστρα κινδύνου! Όπως και να έχει όμως  άργησαν, και αυτό ξεγύμνωσε την λάθος πολιτική τους. Αυτά που σήμερα φαντάζουν λίγα, τότε τους φαίνονταν πολλά! Δεν θέλω να γίνω οιωνός κακών ειδήσεων και να πω, ότι αυτά που τους φαίνονται σήμερα πολλά, θα είναι αύριο ψίχουλα.  Η «άτακτη» Ελλάδα έπρεπε να τιμωρηθεί, για να αποτελέσει παράδειγμα προς αποφυγή. Έσκαψαν όμως τον λάκκο, που σήμερα πέφτουν οι ίδιοι μέσα. 


Η ΕΚΤ επίσης οφείλει να αλλάξει την πολιτική της και στην έσχατη ανάγκη να κόψει χρήμα για να αντιμετωπίσει την κρίση χρέους. Δεν πρέπει να επιστρέψουμε εμείς στην δραχμή για να το κάνουμε. Πρέπει αυτοί να το κάνουν για μας. Αυτό δεν το θέλουν επ' ουδενί οι Γερμανοί. Όμως και αυτοί πρέπει να δουν, ότι σε ακραίες καταστάσεις ύστατου κινδύνου μπορούν να υπάρξουν κατ' εξαίρεση λύσεις. Υπάρχουν χώρες στον κόσμο, των οποίων οι οικονομικοί δείκτες είναι μακράν χειρότεροι της Ισπανίας ή της Ιταλίας ή ακόμα και της Γαλλίας, κι όμως δανείζονται φτηνότερα από αυτές. Γιατί;  Διότι αποτελεί εγγύηση για τους δανειστές τους το γεγονός, ότι μπορούν να κόψουν χρήμα στην εσχάτη των στιγμών για να καλύψουν με αυτόν τον τρόπο τις υποχρεώσεις τους απέναντί τους. Αυτό μειώνει το ρίσκο πιθανών ζημιών και συνεπώς τα επιτόκια. Αυξάνει μεν τον πληθωρισμό, όμως η Ευρώπη έχει τους μηχανισμούς να τον περιορίσει σε επιτρεπτά και ανεκτά επίπεδα. 


Επίσης η λογική του EFSF ως ουσιαστικά ασφαλιστικής εταιρίας οφείλει να εγκαταλειφθεί και να αντικατασταθεί από έναν μηχανισμό ανακύκλωσης χρήματος από της πλεονάζουσες χώρες στις ελλειμματικές. Αυτό κάνουν οι ΗΠΑ με τις πολιτείες τους. Δεν αφήνουν στην τύχη της καμιά. Και γιατί όχι εμείς ως πιθανή αυριανή πλεονάζουσα χώρα να πληρώνουμε τις ελλειμματικές για να τις βοηθήσουμε, όπως αυτές σήμερα εμάς. Αυτή θα ήταν μία Ευρώπη με όραμα και αλληλεγγύη. Αν αυτό συμβεί, γρήγορα θα αντιληφθούν οι Γερμανοί φορολογούμενοι που σήμερα γκρινιάζουν, ότι δεν χρειάζεται να πληρώνουν επί μακρόν. Οι ισορροπίες θα αποκατασταθούν γρηγορότερα απ' ότι θα περιμένουν.


 Όμως πέραν της λύσης στο χρέος οφείλει να δοθεί και λύση στο πρόβλημα της ελλιπούς ανταγωνιστικότητας και της ανομοιομορφίας της ευρωπαϊκής πολιτικής. Πολλοί το έχουν πει ένα «νέο σχέδιο Μάρσαλ» για την Ελλάδα. Αντί να ξεπουληθεί η περιουσία μας, να χρηματοδοτηθούν οι Έλληνες να επενδύσουν στην πατρίδα τους και αντί να τίθενται δημοσιονομικοί  στόχοι αφαίμαξης να επιβάλλονται στόχοι για την ανάπτυξη και απορρόφηση κονδυλίων. Να αναλυθούν τα στρατηγικά πλεονεκτήματα και να εξαντληθούν τα περιθώρια οικονομικής απόδοσης σε ενέργεια, τουρισμό, αγροτική οικονομία και βιομηχανία. Ναι βιομηχανία! Κυρίως στην βιομηχανία τροφίμων η μικρή Ελλάδα μας θα μπορούσε να γίνει ζηλευτή παγκόσμια δύναμη. Το πιστεύω όπως το λέω. 


Τι από όλα τα παραπάνω όμως προβλέπεται στην συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου; Τίποτα! Γιατί λοιπόν να την δεχτώ και μάλιστα ως διακύβευμα σωτηρίας της πατρίδας μας, όπως θέλουν να μας πείσουν τα δύο μεγάλα κόμματα και οι ουρές τους; Πρώτα λέει θα υπογράψουμε την συμφωνία και μετά θα πάμε σε εκλογές! Τόσο σημαντική είναι για εμάς! Μια απύθμενη κοροϊδία  από Έλληνες σε Έλληνες κι ένας εκβιασμός από πανικόβλητους Ευρωπαίους που αρέσκονται να αποποιούνται των ευθυνών τους από να τις αναλάβουν ουσιαστικά. Και πάλι βρισκόμαστε ενώπιον ενός εκβιαστικού διλήμματος, όπως βρισκόμασταν και πριν δύο χρόνια, όταν δήθεν δεν υπήρχαν εναλλακτικές. Αυτές οι εναλλακτικές που εφαρμόζονται σήμερα, έστω και δειλά.  Οι ξεροκέφαλοι γραφειοκράτες της Ευρώπης απέναντι στους ραγιάδες πολιτικούς της Ελλάδας. Και στην μέση ένας τρομοκρατημένος  λαός, έτοιμος να σκύψει το κεφάλι από τον φόβο μην του το κόψουν.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου