Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Επιβολή ειδικού τέλους στα ακίνητα – Ενημέρωση από Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά



Αρκετές είναι οι ∆ηµοτικές Αρχές του λεκανοπεδίου, αλλά και ολόκληρης της επικράτειας, που στέκονται στο πλευρό των πολιτών είτε εκδίδοντας ψηφίσµατα συµπαράστασης για το έκτακτο τέλος που η Κυβέρνηση έχει επιβάλει προς τους πολίτες µέσω των λογαριασµών της ∆ΕΗ, είτε ακόµη συλλέγοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά για οµαδικές προσφυγές, όπως οι ∆ήµοι Αχαρνών και Φυλής, Νέας Φιλαδέλφειας, Ιλίου, Νέας Ιωνίας, Περιστερίου, Κορυδαλλού, Ελληνικού-Αργυρούπολης και Σαρωνικού, οι οποίοι καθηµερινώς πληθαίνουν. Η ∆ΕΗ έχει ξεκινήσει την αποστολή λογαριασµών µε το τέλος ακινήτων, το οποίο για το 2011 θα καταβληθεί σε δύο δόσεις. Στους λογαριασµούς περιλαµβάνεται µήνυµα που αναφέρει ότι σύµφωνα µε το Ν. 4021/2011 η ∆ΕΗ είναι υποχρεωµένη να συνεισπράττει µε τους λογαριασµούς ρεύµατος το Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούµενων ∆οµηµένων Επιφανειών και στην περίπτωση µη εξόφλησης µέχρι την ηµεροµηνία λήξης του λογαριασµού αυτού, να προβαίνει στην έκδοση εντολής διακοπής ρεύµατος. Ο ∆ικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς ανταποκρινόµενος στο αίτηµα των τοπικών κοινωνιών, όπως αυτό εκφράστηκε δια των περιφερειακών ∆ήµων και τηρώντας τον θεσµικό του ρόλο, αλλά και την δεδηλωµένη του αρχή για ενεργή παρουσία στα κοινωνικά δρώµενα και ζητήµατα, αποφάσισε να παράσχει την αιτηθείσα συνδροµή προς τους πολίτες, ενηµερώνοντας τους για τα ακόλουθα :



Λόγοι άρνησης της νοµιµότητος του τέλους

α) Η επιβολή του νέου τέλους ακίνητης περιουσίας τελεί σε συνάρτηση µε τις τιµές ζώνης και την παλαιότητα των ηλεκτροδοτούµενων κτισµάτων, ουδόλως όµως σχετίζεται µε το πραγµατικό εισόδηµα του φορολογούµενου ιδιοκτήτη. Όµως σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 4§5 του Συντάγµατος ο φόρος για να είναι αναλογικός και συµβατός µε το Σύνταγµά µας πρέπει να είναι ανάλογος µε τη φοροδοτική ικανότητα του καθενός, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγµατος. Ο παραπάνω αναφερόµενος νόµος παραβιάζει τα άρθρα 17 (παρ. 1) και 4 (παρ. 5) του Συντάγµατος, καθώς, η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, κατά τις ως άνω διατάξεις του Συντάγµατος, είναι νοητή εφόσον η περιουσία αυτή φέρει κάποια πρόσοδο. Όταν δηλαδή παράγει, αµέσως ή εµµέσως, κάποιο εισόδηµα. Πρόκειται για µια µορφή δροµολογηµένης δήµευσης της ατοµικής ιδιοκτησίας, η οποία προσβάλλει ευθέως το Σύνταγµα.
β) Με τον παραπάνω νόµο και τη σχετική υπουργική απόφαση παραβιάζεται η αρχή της απαγορεύσεως της διπλής φορολογίας, δηλαδή της φορολογήσεως της ίδιας φορολογητέας ύλης για την ίδια αιτία. Η επιβολή του νέου ειδικού τέλους ακινήτων αποτελεί δεύτερη φορολόγηση των ιδιοκτητών ακινήτων για την ίδια αιτία (επί της ουσίας δεύτερος φόρος ακίνητης περιουσίας), δεδοµένου ότι ήδη οι κάτοχοι ακίνητης περιουσίας, µε αξία άνω των 200.000 Ευρώ, έχουν καταβάλει και τον Φόρο Ακίνητης Περιουσίας και µάλιστα για το ίδιο οικονοµικό έτος (2011). Η διπλή φορολόγηση αντίκειται και στο άρθρο 17 του Συντάγµατός µας, αλλά και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣ∆Α που προστατεύουν την ιδιοκτησία και τα εν γένει περιουσιακά δικαιώµατα του ατόµου.
γ) Με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγµατος ορίζεται ότι: "ο σεβασµός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας". Η διάταξη αυτή, η οποία βρίσκεται στο Τµήµα Α΄ του πρώτου µέρους του Συντάγµατος, που φέρει τον τίτλο "Μορφή του Πολιτεύµατος", δεν θεσπίζει "ατοµικό δικαίωµα", αλλά χαρακτηρίζει το δηµοκρατικό µας πολίτευµα ως ανθρωποκεντρικό, µε θεµέλιο την αξία του ανθρώπου. Ο σεβασµός της αναγορεύεται σε ύπατο κριτήριο της έκφρασης και δράσης των οργάνων της πολιτείας. Στην αξία του ανθρώπου περιλαµβάνεται πρωτίστως η ανθρώπινη προσωπικότητα ως εσωτερικό συναίσθηµα τιµής και ως κοινωνική αναγνώριση υπόληψης. Με βάση τη διάταξη αυτή του άρθρου 2, που δεν αποτελεί απλή διακήρυξη, αλλά κανόνα δικαίου συνταγµατικού επιπέδου, η πολιτεία, δηλαδή όλα τα πολιτειακά όργανα, οφείλουν όχι µόνο να "σέβονται" αλλά και να "προστατεύουν" την αξία αυτή (Ολ ΑΠ 40/1998).  Πρόκειται για µία θεµελιώδη συνταγµατική διάταξη που εξαιρείται από τις υποκείµενες σε αναθεώρηση ή αναστολή διατάξεις (άρθρο110 παρ. 1 και άρθρο 48 παρ. 1 του Συντάγµατος).Το τέλος ακινήτων αντίκειται στην αρχή του σεβασµού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου :
1ον - ∆ιότι υποβαθµίζει τον φορολογούµενο ιδιοκτήτη, ακόµη και τον άνεργο και τον οικονοµικά ασθενέστερο, σε αντικείµενο επίτευξης «εκτάκτων» δηµοσιονοµικών στόχων για τη µείωση ελλειµµάτων,
2ον - Η διακοπή της ηλεκτροδότησης σε άτοµα που αδυνατούν να καταβάλλουν τον φόρο τους οδηγεί σε έσχατη εξαθλίωση και θέτει σε κίνδυνο την υγεία και την επιβίωσή τους,
3ον - Ασκεί ένα είδος ψυχολογικής βίας και απειλής σε οικονοµικά ασθενέστερα άτοµα, τέτοια που δεν συνάδει µε τα θεµελιώδη ατοµικά δικαιώµατα του Συντάγµατός µας και τις δηµοκρατικές παραδόσεις της χώρας µας.
δ) Προσβολή της ελευθερίας των συναλλαγών και της οικονοµικής ελευθερίας κατά το άρθρο 5 παρ. 1 και 106 του Συντάγµατος. Η επιβολή του φόρου ακινήτων µέσω των λογαριασµών της ∆ΕΗ ή άλλων παρόχων παραβιάζει τόσο το σύνταγµα όσο και τους όρους της σύµβασης ιδιωτικού δικαίου που υπέγραψε η ανώνυµη εταιρεία µε τον κάθε καταναλωτή. Οι συµβάσεις που υπογράφηκαν καθορίζουν ρητώς τις υποχρεώσεις των συµβαλλόµενων. ∆ενπροκύπτει λοιπόν καµία άλλη υποχρέωση για τους καταναλωτές πέραν της πληρωµής του κόστους του ρεύµατος που κατανάλωσαν. Η ρύθµιση που θα επιβάλλει να πληρώσουµε οι καταναλωτές έναν φόρο σε τρίτο φορέα παραβιάζει αφενός τους όρους της µεταξύ µας σύµβασης και αφετέρου τη συνταγµατικά κατοχυρωµένη αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών και την οικονοµική ελευθερία. Ακυρώνει συµβόλαια παροχής ηλεκτροδότησης του έχουν υπογράψει ιδιώτες καταναλωτές ακόµη και µε 100% ιδιωτικές εταιρείες παροχής ηλεκτροδότησης. Συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισµό στην οικονοµική ελευθερία κατά παράβαση και της αρχής της αναλογικότητας. Με βάση την υπ΄ αριθ. 33/2002 απόφαση της Ολοµέλειας του Αρείου Πάγου, το Κράτος δεν µπορεί µε µεταγενέστερη νοµοθετική ρύθµιση να µεταβάλλει µονοµερώς, να τροποποιήσει ή να ακυρώσεις έγκυρες συµβάσεις ιδιωτικού δικαίου.
ε) Αντίθεση στην αρχή της νοµιµότητας του φόρου. Το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγµατος ορίζει: "Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόµο που καθορίζει το υποκείµενο της φορολογίας και το εισόδηµα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος" ∆υνάµει της ρύθµισης αυτής είναι αµφίβολης συνταγµατικότητας µια διάταξη που ορίζει ότι η βάση υπολογισµού του φόρου δεν καθορίζεται από τον νόµο όπως αυτός θα εφαρµοστεί από διοικητικές αρχές, αλλά θα καθοριστεί (ή έχει ήδη καθοριστεί)από την ∆ΕΗ ή τους εναλλακτικούς προµηθευτές ηλεκτρικού ρεύµατος. Ο λόγος είναι απλός: η χρήση της µεθόδου υπολογισµού που ακολουθεί η ∆ΕΗ συνιστά σιωπηρή αλλά ξεκάθαρη εξουσιοδότηση προς νοµικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου να καθορίσει το αντικείµενο του φόρου, το οποίο παρέλειψε να προσδιορίσει µε επάρκεια ο φορολογικός νοµοθέτης. Η ρύθµιση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση µόνο µε την ανωτέρω διάταξη που επιβάλλει να είναι καθορισµένο το αντικείµενο του φόρου από τον νόµο, αλλά έρχεται σε µείζονα λόγω και µε την απαγόρευση εξουσιοδότησης προς την διοίκηση, πολλώ δε µάλλον σε ιδιώτη, να καθορίσει ένα από τα στοιχεία του φόρου, και εν προκειµένω την βάση υπολογισµού που είναι η επιφάνεια του ακινήτου που θα φορολογηθεί. Ο νόµος 2130/1993 στηρίζεται σε ένα τελείως διαφορετικό νοµικό σύστηµα φορολογίας: την επιβολή ανταποδοτικών τελών από ΟΤΑ. Στην συγκεκριµένη κατηγορία δηµοσιονοµικών εσόδων επιτρέπεται η νοµοθετική εξουσιοδότηση προς όργανα της διοίκησης (δεν είναι βέβαιο ότι θα µπορούσε η ∆ΕΗ να περιληφθεί σε αυτά). Όµως στα πλαίσια του συστήµατος αυτού, οι διατάξεις ελέγχονται από πλευράς υπάρξεως ή όχι ανταποδοτικότητας. Είναι προφανές ότι ο νοµοθέτης προσπαθεί να µεταφέρει την ευχέρεια της δυνατότητας καθορισµού του αντικειµένου του τέλους µε εξουσιοδότηση, σε ένα τελείως διαφορετικό νοµικό πλαίσιο στο οποίο δεν είναι ανεκτός συνταγµατικά ο κατ' εξουσιοδότηση καθορισµός της βάσης του φόρου.
στ) Σύµφωνα µε την υπ΄ αριθ. 1934/1998 απόφαση της Ολοµέλειας του Συµβουλίου της Επικρατείας, η ∆.Ε.Η. ως νοµικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και οι ιδιωτικές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή ή τη διάθεση ηλεκτρικού ρεύµατος, δε δικαιούνται να εισπράττουν φόρους και να διακόπτουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύµατος, σε πελάτες τους, οι οποίοι για οποιοδήποτε λόγο αρνούνται να καταβάλλουν το “τέλος ακινήτων”. Σύµφωνα µε το σκεπτικό της παραπάνω απόφασης, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3 και 26 παρ. 2 του Συντάγµατος, η οποιαδήποτε ανάθεση άσκησης δηµόσιας εξουσίας σε νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (όπως είναι η ∆.Ε.Η. και οι άλλες ιδιωτικές εταιρείες παροχής ρεύµατος). Τόσον η είσπραξη φόρων, όσο και η επιβολή διοικητικών κυρώσεων λόγω της άρνησης πληρωµής φόρων, αποτελούν στοιχεία άσκησης δηµόσιας (της εκτελεστικής) εξουσίας, η οποία όµως αποτελεί την κατ΄ εξοχήν έκφραση κυριαρχίας του Κράτους και ασκείται µόνο από το ∆ηµόσιο και τα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου.

Ενηµέρωση των πολιτών
Με βάση τα πιο πάνω οι επιλογές που έχει ένας πολίτης, ο οποίος αντιτίθεται στην πληρωµή του ανωτέρω τέλους είναι οι παρακάτω:
α) Να πληρώσει µόνο την αξία του ρεύµατος, χωρίς άλλες ενέργειες, ελπίζοντας να µην υλοποιηθούν οι «απειλές» περί διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύµατος και παράλληλα στην κήρυξη του Νόµου αντισυνταγµατικού από το ΣτΕ, έτσι ώστε να διαγραφεί η οφειλή του από τα αρχεία της ∆ΟΥ.
β) Να πληρώσει µόνο την αξία του ρεύµατος και παράλληλα προσφύγει στη δικαιοσύνη για προστασία, έως ότου κριθεί η συνταγµατικότητα ή µη του Νόµου. Σηµειωτέον, ότι στις 2/12/2011 πρόκειται να εκδικασθεί ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας, η προσφυγή - αίτηση ακυρώσεως των ∆.Σ. Αθηνών, ∆.Σ. Καλαµάτας και Σωµατείο «έλληνες φορολογούµενοι» κατά του τέλους ακινήτων. Η απόφαση αυτή θα είναι εκείνη που τελικά θα αποσαφηνίσει τα περί της νοµιµότητας του τέλους, αλλά και που θα καθορίσει τί θα γίνει στο µέλλον. Ο πολίτης που θα επιλέξει την 2η επιλογή δύναται :

Τρόπος 1ος
 Να παρακαταθέσει στο Ταµείο Παρακαταθηκών και ∆ανείων το ποσό της αξίας του ρεύµατος, των δηµοτικών τελών και της ΕΡΤ, στο όνοµα της ∆ΕΗ (ή του εναλλακτικού παρόχου) και να λάβει την σχετική διπλότυπη απόδειξη. Στη συνέχεια θα πρέπει να παραδώσει την απόδειξη του Ταµείου Παρακαταθηκών και ∆ανείων στο αρµόδιο γραφείο της ∆ΕΗ (ή του εναλλακτικού παρόχου) και να λάβει υπογεγραµµένο αντίγραφο παραλαβής
από τον υπάλληλο της ∆ΕΗ. Σε περίπτωση που η ∆ΕΗ αρνηθεί να παραλάβει την απόδειξη, τότε αυτή θα πρέπει να σταλεί µε δικαστικό επιµελητή. Το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους εισηγήθηκε στο Ταµείο Παρακαταθηκών και ∆ανείων ΝΑ ΜΗΝ δέχεται πληρωµές για λογαριασµό της ∆ΕΗ χωρίς το ειδικό τέλος στα ακίνητα. Ως σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι σύµφωνα µε την οµόφωνη απόφαση του ∆΄ Τµήµατος του ΝΣΚ (435/18-10-2011), οι καταθέσεις στο Ταµείο Παρακαταθηκών και ∆ανείων αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση ιδιωτικών διαφορών ενώ το τέλος ακινήτων «ανεξαρτήτως του οργάνου στο οποίο έχει ανατεθεί η είσπραξή του, αποτελεί αναµφισβήτητα ένα δηµόσιο έσοδο, ώστε η οποιαδήποτε διαφορά ως προς την οφειλή και την καταβολή του να αποτελεί φορολογική-διοικητική διαφορά». Όταν είναι προδήλως φανερό ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι της δηµόσιας παρακατάθεσης ή ότι αυτή, ως µέσο εξόφλησης, αντίκειται σε διατάξεις νόµου, τότε το ΤΠ∆ όχι µόνο έχει το δικαίωµα αλλά και οφείλει να αρνηθεί την αποδοχή της»,προσθέτει το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους. Αναφέρεται ακόµα ότι το κρίσιµο ζήτηµα, δηλαδή το κατά πόσον η οφειλή είναι νόµιµη, θα κριθεί από τα αρµόδια δικαστήρια.

Τρόπος 2ος
Αντί για το Ταµείο Παρακαταθηκών και ∆ανείων, µπορεί ο ενδιαφερόµενος να πληρώσει την αξία του ρεύµατος, των δηµοτικών τελών και της ΕΡΤ σε κάποιο ΑΤΜ Τράπεζας που διαθέτει δυνατότητα εξόφλησης λογαριασµών. Η διαδικασία αυτή µειονεκτεί σε σχέση µε την προηγούµενη διότι η ∆ΕΗ µπορεί να θεωρήσει ότι τα χρήµατα κατεβλήθησαν όχι για την εξόφληση της αξίας του ρεύµατος και των δηµοτικών τελών, αλλά για το ειδικό τέλος ακινήτου. Για να αποφευχθεί αυτό, θα πρέπει είτε  να παραληφθεί από αρµόδιο υπάλληλο της ∆ΕΗ δήλωση που θα αναφέρει την καταβολή, την αιτία της και θα επισυνάπτεται σ’ αυτή αντίγραφο της απόδειξης του ΑΤΜ. Σε αντίθετη περίπτωση θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία του εξωδίκου, στο οποίο θα γίνεται υπόµνηση της διατάξεως της ΑΚ 422, δυνάµει της οποίας «Αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωµα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτε, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσµο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα σε εκείνο που παρέχει µικρότερη ασφάλεια για το δανειστή. αν υπάρχουν περισσότερα µε ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη. Αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή στο αρχαιότερο. Αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισµός γίνεται σύµµετρα».

Παράλληλη ενέργεια - Αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου
Προς αποφυγήν του ενδεχοµένου ο πάροχος της Ηλεκτρικής ενέργειας να προβεί σε διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύµατος προς εκείνον που δεν κατέβαλε το ανωτέρω τέλος, όπως επιτάσσεται δια νόµου, θα πρέπει ο ενδιαφερόµενος να υποβάλει αίτηση ασφαλιστικών µέτρων στο αρµόδιο ∆ικαστήριο (Ειρηνοδικείο του τόπου της παροχής), µε αίτηµα την απαγόρευση της διακοπής της ηλεκτροδοτήσεως του ακινήτου από τον πάροχο και παράλληλα το αίτηµα εκδόσεως προσωρινής διαταγής.

Βεβαίωση οφειλής από την ΔΟΥ
Στην περίπτωση που δεν καταβληθεί το τέλος και παρά τις ανωτέρω ενέργειες, αυτό κάποια στιγµή θα γίνει ληξιπρόθεσµο και κατ’ επέκτασιν απαιτητό από την Εφορία, η οποία έχει τη δυνατότητα και κρατική υποστήριξη για να επιχειρήσει την άµεση είσπραξη του είτε να «εκβιάσει» τον φορολογούµενο στην καταβολή του (πχ µη έκδοση φορολογικής ενηµερότητος κλπ). Εποµένως η σχετική οφειλή θα παραµένει, έως ότου εξοφληθεί από τον υπόχρεο ή ακυρωθεί κατόπιν αποφάσεως του Συµβουλίου της Επικρατείας. Μετά τη βεβαίωση της οφειλής από τη ∆ΟΥ, ο φορολογούµενος έχει δύο (νόµιµες) επιλογές :
α) Να πληρώσει το ειδικό τέλος ακινήτων µε ρητή επιφύλαξη και σε περίπτωση που το τέλος κριθεί ως παράνοµο και αντισυνταγµατικό από το Συµβούλιο της Επικρατείας, να καταθέσει αίτηση στην αρµόδια ∆ΟΥ για την επιστροφή του τέλους που πλήρωσε. Ο Προϊστάµενος της ∆ΟΥ έχει υποχρέωση εντός τριών (3) µηνών από την παραλαβή της αίτησης να απαντήσει στο έγγραφο αίτηµα για την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού. Εάν ο Προϊστάµενος απορρίψει το αίτηµα για επιστροφή, ο φορολογούµενος έχει προθεσµία 60 ηµερών από την επίδοση της απόφασης για να προσφύγει στο ∆ιοικητικό Πρωτοδικείο µε αίτηµα την ακύρωση της απόφασης του Προϊσταµένου της ∆ΟΥ και την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού για το τέλος ακινήτων. Εάν ο Προϊστάµενος δεν απαντήσει µέσα σε τρεις (3) µήνες, τότε θεωρείται ότι υπάρχει “τεκµαιρόµενη σιωπηρή απόρριψη” του αιτήµατος. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσµία των εξήντα (60) ηµερών για την προσφυγή κατά της τεκµαιρόµενης σιωπηρής απόρριψης αρχίζει µετά την παρέλευση του τριµήνου. β) Να καταθέσει στο τοπικό ∆ιοικητικό Πρωτοδικείο Προσφυγή και Αίτηση Αναστολής κατά της πράξης επιβολής του ειδικού τέλους ακινήτων (εντός 60 ηµερών από τη βεβαίωση της οφειλής στη ∆ΟΥ). γ) Να καταθέσει στο τοπικό ∆ιοικητικό Πρωτοδικείο Προσφυγή, πληρώνοντας (σύµφωνα µε το νόµο) µόνον το 50% του ποσού του Ειδικού Τέλους Ακινήτων (εντός 60 ηµερών από τη βεβαίωση της οφειλής στη ∆ΟΥ).
Για κάθε περαιτέρω διευκρίνιση οι πολίτες µπορούν να απευθύνονται, µόνον για παροχή πληροφοριών, δια της Γραµµατείας του ∆ικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, προς τα µέλη της ανοιχτής  οµάδος του ∆.Σ.Π., που εθελοντικά παρέχουν δωρεάν υποστήριξη (παροχή πληροφοριών) για τα ανωτέρω, καθηµερινώς από ώρα 14:00’, έως ώρα 15:00’, στα τηλέφωνα 210 4176251-210 4115703-210 4220625.

Εκ του ∆.Σ. του ∆.Σ.Π.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου